Blog

Ο ψυχίατρος Σπύρος Κλείσας μας εξηγεί: Το ψυχιατρικό στίγμα και η ανάγκη της φαρμακευτικής αγωγής

Γράφει ο
Όταν ένας ασθενής περνά την πόρτα του ιατρείου, δεν πρέπει μόνο να εντοπιστεί, να αξιολογηθεί, να περιγραφεί και αντιμετωπιστεί το πρόβλημά του. Πρέπει οπωσδήποτε από την αρχή ακόμα της επαφής να διερευνηθεί και η εικόνα που έχει για την ψυχική νόσο. Πρέπει να εντοπιστούν οι δυσπροσαρμοστικές του πεποιθήσεις, οι εμπειρίες, οι «ταμπέλες» και τα κλισέ που τριγυρνούν στο μυαλό του, ο φόβος και το άγχος της σύγκρισης του προσωπικού του προβλήματος  με το πρόβλημα του γνωστού, του γείτονα ή του συγγενή που είναι ασθενής ψυχικά και με τον οποίο συγκρίνεται. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να αναγνωστεί τουλάχιστον η κυρίαρχη εικόνα που έχει για τη ψυχική νόσο εν γένει.
Μετά την ολοκλήρωση του διερευνητικού κομματιού, έρχεται το κομμάτι της θεραπείας. Αυτή μπορεί να είναι μιλώντας με γενικούς όρους, είτε η φαρμακοθεραπεία ή η ψυχοθεραπεία με τις ποικίλες της εκφάνσεις. Το κομμάτι της φαρμακοθεραπείας είναι αυτό που κατεξοχήν δημιουργεί συνήθως στους ασθενείς την μεγαλύτερη δυσφορία-ανησυχία.
 
Τρείς είναι οι κύριοι λόγοι που συνήθως συμβαίνει αυτό:
 
  • Ο πρώτος είναι ότι μερικές φορές η ψυχική νόσος συνοδεύεται από μειωμένη εναισθησία. Εναισθησία είναι η δυνατότητα που έχει ένας άνθρωπος να καταλαβαίνει ότι πάσχει σε ψυχικό επίπεδο. Μπορεί η νόσος του να είναι φανερή στους γύρω, αλλά όχι στον ίδιο. Αυτό είναι συχνό φαινόμενο στις ψυχωτικές διαταραχές και στη διπολικότητα, ειδικά όταν η διάθεση είναι αυξημένη (άνω πόλος, υπομανία-μανία). Ο ασθενής λοιπόν δεν καταλαβαίνει ότι πάσχει, άρα δεν καταλαβαίνει ότι πρέπει να κάνει κάτι γι’ αυτό. Ή δεν καταλαβαίνει με ποιο τρόπο μπορεί να τον βοηθήσει η ψυχιατρική αγωγή. Κάποιες φορές μάλιστα πιστεύει ότι η φαρμακευτική αγωγή είναι και μέρος του προβλήματός του και την αποφεύγει πάση θυσία. Βιώνει λοιπόν τη φαρμακευτική αγωγή ως κίνδυνο (σε ψυχωτικές διαταραχές κυρίως) ή ως άχρηστη επιβάρυνση (στην υπομανία-μανία που αισθάνεται καλά. Ποιος άνθρωπος που αισθάνεται καλά θέλει να λάβει φάρμακο;) 
  • Ο δεύτερος λόγος είναι η προσωπική προτίμηση. Υπάρχει μία μερίδα ασθενών που δεν θέλουν να λαμβάνουν οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή. Συνδέουν ενδεχομένως την αγωγή με την αίσθηση της προσωπικής φθοράς και αδυναμίας και σιχαίνονται την πιθανότητα της αποδοχής σε ψυχικό επίπεδο ότι μπορεί να βρεθούν σε μία κατάσταση όπου θα πρέπει να βοηθηθούν από εξωτερικό παράγοντα, (τουλάχιστον για προβλήματα που μπορεί να διαρκούν). Ο εξωτερικός παράγοντας-φάρμακο που μπορεί να βοηθήσει βιώνεται εδώ ως απόδειξη-υπενθύμιση της φθαρτότητας του εγώ και ως τέτοιος απορρίπτεται. Εξάλλου, η ψυχιατρική αγωγή είναι αγωγή κατ’ εξοχήν μακρά (διάστημα μηνών τουλάχιστον) στις περισσότερες των περιπτώσεων, για να μπορεί ο ασθενής να βιώνει τα διαρκή θετικά της αποτελέσματα, εξ’ ου και η δυσφορία στην αποδοχή της. 
  • Ο τρίτος βασικός λόγος είναι το ψυχιατρικό στίγμα. Πολλοί ασθενείς φοβούνται και στην παραμικρή πιθανότητα φαρμακευτικής αγωγής (αναφερόμαστε σε ασθενείς που δεν παρουσιάζουν μειωμένη εναισθησία). Αυτοί έχουν αισθανθεί ότι το πρόβλημα που βιώνουν εντοπίζεται στην ψυχική σφαίρα. Από τη μία πλευρά είναι διατεθειμένοι να συνεχίσουν να ταλαιπωρούνται, να βιώνουν δυσλειτουργία και δυσφορία (λόγω του φόβου της στιγματοποίησης), από την άλλη όμως νιώθουν αρκετά απελπισμένοι και γι’ αυτό απευθύνονται σε γιατρό. Η θέση που έχουν περιπέσει είναι θέση έντονης αμφιβουλησίας-αμφιθυμίας. Πιθανόν να έχουν πραγματοποιήσει μία πρώτη απόπειρα ψυχοθεραπείας, που όμως δεν τους βοήθησε επαρκώς (δεν είχαν τα αποτελέσματα που θα επιθυμούσαν).
 
Εύλογα αναρωτιέται τότε κανείς, μα τί ζητούν από το γιατρό; Ζητούν την ανακούφιση, αυτό είναι το μόνο βέβαιο, ενδεχομένως ανακούφιση με ένα τρόπο μαγικό, με μία λύση χωρίς κόστος. Το κόστος που δεν είναι έτοιμοι να αναλάβουν φαίνεται στην ανησυχία που δείχνουν όταν προτείνεται μία φαρμακευτική αγωγή. Σε αυτή την περίπτωση, το κριτήριο της συναίνεσης στην αγωγή μπορεί να είναι «η βαρύτητα» της.  Το φάρμακο είναι αποδεκτό εφόσον είναι κάτι «ελαφρύ». Σαν αυτό «της γειτόνισσας» που το παίρνει και είναι περδίκι. Ενδεχομένως μάλιστα να είναι ένα φάρμακο που να είναι «φυτικό», να μην δημιουργεί κανένα «πρόβλημα», ή να μπορεί κανείς να το λαμβάνει κατά βούληση περιστασιακά και να είναι αποτελεσματικό ως λύση κατά περίσταση.
 
Το φάρμακο «της γειτόνισσας», είναι κατά πάσα πιθανότητα ένα αγχολυτικό, σπανιότερα ένα αντικαταθλιπτικό. Μπορεί να το έχει συνταγογραφήσει ο παθολόγος ή ο οικογενειακός-γενικός ιατρός.  Άρα, σύμφωνα με τον τρόπο σκέψης του ασθενούς, αφού το γράφει ο παθολόγος δεν είναι ψυχιατρικό, άρα δεν υπάρχει το άγχος της ταμπέλας.
 
Ο προσδιορισμός ενός φαρμάκου ως «ελαφρού» ουσιαστικά αντιπροσωπεύει περισσότερο την επιθυμία του πάσχοντος.
 
Είναι σημαντικό η θεραπευτική αντιμετώπιση να διεξάγεται με όρους συνεργασίας και είναι θεμελιώδους αξίας η ανάκτηση της εμπιστοσύνης στην (όποια) θεραπεία (φαρμακευτική ή άλλη). Αυτής που έχει χαθεί από τον ψυχικά πάσχοντα και που εμπεριέχει την ανησυχία του για το αν θα γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης, για το αν πρόβλημά του θα γίνει σεβαστό, για το αν θα του στερηθεί η αξιοπρέπειά του και για το αν θα στιγματοποιηθεί. Και το κυριότερο για τους όρους της εκπλήρωσης της επιθυμίας του, να βρει βοήθεια και ανακούφιση.-
 
Το καλάθι είναι άδειο